ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ!!!!!!

Υπέρτατη απόλαυση ο πρωϊνός καφές. Δεν υπάρχει τίποτα πιό ωραίο από
την καθημερινή αυτή προετοιμασία, η οποία θα έλεγα ότι γίνεται σχεδόν
μηχανικά.
Ίδιες ακριβώς κινήσεις απολύτου ακρίβειας, σε οδηγούν στο να κρατήσεις
στα χέρια σου το τονωτικό σκούρο υγρό.
Δεν μπορώ να το συγκρίνω με τίποτε άλλο γιατί στη δική μου τουλάχιστον
χώρα είναι συμβολισμός πολλών πραγμάτων.
 Στις παλιές καλές μέρες, θυμάμαι τη μαμά μου και την κυρία
κάτω στο δυόροφο μαζί με τη γιαγιά Ελένη να ετοιμάζει τρία καφεδάκια κάθε
πρωί στις οκτώ.
Τίποτα δεν άλλαξε και δεν χάλασε αυτή τη συνήθεια για πάρα πολλά χρόνια.
Ήταν η οργάνωση της ημέρας, έπεφταν στο τραπέζι οι ιδέες για το μεσημεριανό
φαγητό, αυτό είχε βέβαια την ακολουθία του τι θα ψωνίσουν από το μπακάλικο
της γειτονιάς που παραλάμβανε κάθε πρωί τα φρέσκα προϊόντα του.
Τώρα που το σκέφτομαι θα το έλεγες και meeting αυτό που γινόταν.
Και μετά όλα τα κλασσικά, τινάγματα, αερισμός των μαξιλαριών και
των στρωμάτων τελειώνοντας με το στρώσιμο των κρεβατιών.
Σκούπισμα, συμμάζεμα και η διαδικασία του φαγητού.
Μόνο το απόγευμα που τελείωναν τα πάντα, ερχόταν η ώρα του
δεύτερου στη σειρά, του απογευματινού καφέ (όχι πολύ αργά για να
κοιμηθούμε και το βράδυ).
Οι ιστορικές όμως στιγμές του καφέ ήταν ώς επίσημο κάλεσμα.
Παραβρέθηκα σε πολλά τέτοια και μπορώ να πώ τώρα πιά ότι ήταν
μια φοβερή ιεροτελεστία.
Παρότι οι καλεσμένοι ήταν φίλες και γειτόνισσες που έβλεπες κάθε μέρα,
αυτό ήταν επίσημο, δεν γινόταν πειραματισμοί, δεν επιτρεπόταν η προχειρότητα.
Έτσι ο πανικός άρχιζε νωρίς, πρωτίστως για να ετοιμαστεί το σπίτι στην
εντέλεια (εννοείται ότι δεν επιτρεπόταν να ενοχλείς ή να ακουμπάς, οτιδήποτε).
Κι αφού εξαφανιζόταν και το τελευταίο μόριο σκόνης, άρχιζε η ετοιμασία
των κερασμάτων.
Σοκολατάκια και γλυκά του κουταλιού υπήρχαν σταθερά, οπότε αυτά περίμεναν
απλά το χρόνο που θα έκαναν εμφάνιση.
Έπρεπε όμως να φτιαχτούν και τα υπόλοιπα, κι αυτό σήμαινε σίγουρα ένα κέικ,
έτσι χαλαρά για αρχή, πίτα με δέκα φύλλα που ανοιγόταν στο χέρι (συνήθως σπανακόπιτα).
Και φυσικά χειροποίητα κουρού τυροπιτάκια (από αυτά μπορούσα να φάω καμμιά δεκαριά ,
έτσι για δοκιμή).
Φαντάσου όλες αυτές τις μυρωδιές να σε κατακλύζουν, και να πρέπει να περιμένεις
τη σειρά σου. Ευτυχώς που χρειαζόταν taste-test και δοκιμάζαμε κάτι λίγο…
Εκείνο όμως που έκανε τα πάντα να θυμίζουν γιορτή, ήταν αυτά τα υπέροχα
λευκά, κοφτά πετσετάκια, σεμεδάκια και τραπεζομάντιλα που στρωνόταν
για να βολευτούν πάνω τους τα «καλά μας» ποτηράκια του καφέ, τα πορσελάνινα
πιατάκια του γλυκού και βέβαια τα ασημένια κουταλάκια και πηρουνάκια,
που έβγαιναν από τα κουτιά τους κάθε φορά.
Το πιο παράλογο για μένα τότε ήταν ότι όλα αυτά τα ανέγγειχτα αντικείμενα,
μ’έβαζε η μαμά μου με μια καθαρή άσπρη πετσέτα (κι αυτή από της προίκας)
να τα ξανασκουπίζω στεγνά για να γυαλίζουν και να τα τοποθετώ πάνω
στους δίσκους που θα τα σέρβιραν.
Και μετά όταν άρχιζαν να έρχονται μία μία και να μαζεύονται με γέλια
και κάποια νέα της τελευταίας στιγμής, να γίνεται μια ευχάριστη φασαρία
 γυναικών που μιλάνε όλες μαζί αλλά συννενοούνται, με κατάληξη
ένα τρανταχτό συντονισμένο γέλιο, που ακουγόταν σίγουρα μέχρι
τη διπλανή γειτονιά.
Ανεκτίμητες στιγμές!
Κανείς φαντάζομαι σήμερα δεν θα χαλάλιζε τόσο χρόνο και κόπο
για έναν απογευματινό καφέ….

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *